ἔγκλησις
ἔγκλησις, accusation
ἔγ-κλησις, εως, ἡ,
- accusation, PRyl. 65.16 (i B.C.), Man. 1.221 (pl.), etc.
1 inculpación, acusación, querella
τὴν δ' ἔνκλησιν πεποιημένον ... κατὰ τοῦ ... Ἁρμάιος
τὴν ἔγκλησιν ποιεῖν
τὴν ... ἔφοδον καὶ ἔγκλησιν ἄκυρον ... εἶναι
ἔ. δέ ἐστι ψόγος ἀδικούντων
la acusación es un reproche dirigido a los pecadoresθόρυβοί τε μάχαι τε, ἐγκλήσεις μεγάλαι
2 defecto, falta
(ἄφεσις) ἐγ]κλήσ[εων
ἔγκλησις, εως (ἡ)
1 accusation, Man. 1, 221 ||
2 récrimination, Clém. 345 Migne.
Étym. ἐγκαλέω.
ἔγκλησις, ἡ, das Beschuldigen, Anklagen, Sp.