ἠθοποιέω
ἠθοποιέω, to form manners
ἠθοποι-έω,
- mould the character of a person, τὸν θεατήν Plu. Per. 2; τὴν ψυχήν S.E. M. 6.30.
- II express or delineate character, D.H. Lys. 19: c. acc., τὸ σχῆμα τῆς γυναικός Aps. p.322 H.
ἠθοποιέω-ῶ :
1 façonner les mœurs, former le caractère, Plut. Per. 2 ; Sext. M. 6, 30 ||
2 décrire les mœurs, le caractère, DH. Lys. 19.
Étym. ἠθοποιός.
ἠθοποιέω, = ἠθολογέω, vgl. Dion.Hal. Lys. 19 αὐτὸς ἠθοποιεῖ καὶ κατασκευάζει τὰ πρόσωπα τῷ λόγῳ πιστὰ καὶ χρηστά ; – die Sitten, den Charakter bilden, Plut. Pericl. 2 u. öfter ; καὶ μεθαρμόττειν τὴν φύσιν τοῦ δήμου reipubl. ger. praec. 3, vom Wein ἡσυχῆ δὲ διαθάλπων ἠθοποιεῖ τὸν πίνοντα καὶ μεθίστησιν, im Ggstz ἐν ἀρχῇ μὲν ὑπὸ τῶν ἠθῶν κρατεῖται τοῦ πίνοντος. Oft Sext.Emp.
ἠθοποιέω,
- to form manners or character, Plut. from ἠθοποιός