ἦθος
ἦθος, custom, character
- an accustomed place: hence, in pl., haunts or abodes of animals, μετά τʼ ἤθεα καὶ νομὸν ἵππων Il. 6.511; [σύας] ἔρξαν κατὰ ἤθεα κοιμηθῆναι Od. 14.411; of lions, Hdt. 7.125; of fish, Opp. H. 1.93; of the abodes of men, Hes. Op. 167, 525, Hdt. 1.15, 157, A. Supp. 64 (lyr.), E. Hel. 274, Pl. Lg. 865e, Arist. Mu. 398b33; ἔλεγον ἐξ ἠθέων τὸν ἥλιον ἀνατεῖλαι away from his accustomed place, Hdt. 2.142; of plants, Callistr. Stat. 7: metaph., with play on signf. II, Pl. Phdr. 277a.
- II custom, usage: in pl., manners, customs, Hes. Op. 137, Th. 66, Hdt. 2.30, 35, 4.106, Th. 2.61; τρόποι καὶ ἤθη Pl. Lg. 896c; ἐθρέψω Ξέρξην ἐν τοῖς αὐτοῖς ἤ. ib. 695e; φθείρουσιν ἤθη χρήσθʼ ὁμιλίαι κακαί PHib. 1.7.94 (E. Fr. 1024 = Men. 218); τοῖς ἤθεσιν ἁπλοῦς D.S. 5.21.
- 2 disposition, character, ἐπίκλοπον ἦθος Hes. Op. 67, 78; ἦ. ἐμφυές Pi. O. 11(10).20; ἀκίχητα ἤ., of Zeus, A. Pr. 187; τοὐμὸν ἦ. παιδεύειν S. Aj. 595; ὦ μιαρὸν ἦ. Id. Ant. 746; τὸ τῆς πόλεως ἦ. Isoc. 2.31; βελτίων τῆς πόλεως τὸ ἦ. D. 20.14; esp. moral character, opp. διάνοια, Arist. EN 1139a1; as the result of habit, τὸ πᾶν ἦ. διὰ ἔθος Pl. Lg. 792e, cf. Arist. EE 1220a39; ἦ. ἀνθρώπῳ δαίμων Heraclit. 119; ἦ. πηγὴ βίου Stoic. ap. Stob. 2.7.1; τῆς ψυχῆς, τῆς γνώμης, Pl. R. 400d, D. 61.16: freq. opp. πάθος, Arist. Rh. 1356a23 (pl.), etc.; ἠθῶν τε καὶ παθῶν μίμησις D.H. Pomp. 3; τὸ ἦ. πρᾶος Pl. Phdr. 243c: less freq. in dat., ἀγοραῖος τῷ ἤ. Thphr. Char. 6.2, cf. Inscr.Magn. 164.3 (i/ii A.D.): pl., traits, characteristics, Pl. R. 402d, Arist. EN 1144b4 (in sg., τὸ τῆς ἀνδρείας ἦ. Pl. Lg. 836d): seldom in pl., of an individual, στερρὸν τὰ ἤθεα Hp. Ep. 11; ἱερὸς κατὰ τὰ ἤθη Ath. 1.1e.
- b of outward bearing, ὡς ἱλαρὸν τὸ ἦ. X. Smp. 8.3; ὑγρότης ἤθους Lycurg. 33; ὑψηλὸς τῷ ἤ. Plu. Dio 4: in pl., of facial expression, ὀφθαλμῶν ἤθη Philostr. Gym. 25.
- c in Rhet., delineation of character, ἦ. ἔχουσιν οἱ λόγοι ἐν ὅσοις δήλη ἡ προαίρεσις Arist. Rh. 1395b13; ἦ. ἐμφαίνειν Phld. Rh. 1.200S.; esp. opp. πάθος, Longin. 9.15, etc.; κατʼ ἦ. λέγεσθαι, opp. κατὰ πάθος, D.H. Comp. 22, cf. Lys. 19: in pl., πραγμάτων καὶ ἠθῶν Phld. Po. 5.5; ἐν πάθεσι καὶ ἤθεσιν Demetr. Eloc. 28, etc.; so of works of art, ἡ Ζεύξιδος γραφὴ οὐδὲν ἔχει ἦ. Arist. Po. 1450a29; πάθος καὶ ἦ. καὶ σχημάτων χρῆσις Ael. VH 4.3; πολλὰ ἤθη ἐπιφαίνει Philostr. Her. 2.10; also of Music, S.E. M. 6.49.
- d dramatis persona, εἰσάγει ἄνδρα ἢ γυναῖκα ἢ ἄλλο τι ἦ. Arist. Po. 1460a11, al.
- 3 also of animals, ἦ. τὸ πρὸς τοκέων (prob.l.for ἔθος) A. Ag. 727, cf. E. Hipp. 1219, Pl. R. 375e, Arist. HA 487a12 (pl.); τὸ ἦ. ἀσθενής, of a bird, ib. 615a18; of things, nature, kind, παρὰ δʼ ἦ. ἑκάστῳ (to each of the four elements) Emp. 17.28; τοῦ πυρετοῦ Gal. 7.353.
- 4 ἐν ἤθει tactfully (cf. ἠθικός II 2), προσφέρεσθαι τοῖς ἁμαρτάνουσιν Plu. Adul. 2.73e. cf. Herm. in Phdr. p.195A.; διὰ μέτριον ἦθος, of the expression δοκεῖ μοι, Steph. in Hp. 1.59D.
1. (vaste) stek of verblijfplaats, normale woonplaats,
2. gewoonte, gebruik:
3. karakter, aard:
1) der gewohnte Aufenthalt, Wohnsitz, Wohnort, wohl nur im plur., eigtl. ion., s. Greg.Cor. p. 494 ; bei Hom. von Tieren, ἤθεα καὶ νομὸς ἵππων, Il. 6.511, 15.268 ; von Schweinen, κατὰ ἤθεα κοιμηθῆναι Od. 14.411, also Stall, Kosen ; vgl. Arist. mundo 6 med. τὸ χερσαῖον ζῷον εἰς τὰ ἤθεα καὶ νομοὺς ἐξερπύσει. Von Fischen, Opp. H. 1.93. Von Menschen, ἕπεται πόλιν τε καὶ ἤθεα λαῶν, Wohnungen der Menschen, Hes. O. 169, 527 ; auch Pind., Λακεδαιμονίων μιχθέντες ἀνδρῶν ἤθεσι P. 4.257, nach Lazedämon gekommen ; Aesch. Suppl. 62 ; oft Her., Κιμμέριοι ἐξ ἠθέων ὑπὸ Σκυθέων ἐξαναστάντες 1.15, ἀπήλαυνε ἐς ἤθεα τὰ Περσῶν 1.157 ; 4.80 ; auch Eur., πατρίδος θεοί μʼ ἀφιδρύσαντο γῆς ἐς βάρβαρʼ ἤθη Hel. 281 ; sp.D., ἤθεα γαίης Dion.Per. 294, öfter ; einzeln in sp. Prosa, wie Arr. καὶ Ταξίλην ἀποπέμπει ὀπίσω εἰς τὰ ἤθεα τὰ αὑτοῦ, An. 5.20.6 ; ἔνθα φίλα τὰ ἤθη αὐτῷ καὶ τριβαὶ κεχαρισμέναι Ael. H.A. 11.10, öfter ; Philostr. braucht so auch den sing.
Bei Plat. Tim. 42e, ἔμενεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ κατὰ τρόπον ἤθει, u. Legg. IX.965e, ὁρῶν τὸν ἑαυτοῦ φονέα ἐν τοῖς ἤθεσι τοῖς τῆς ἑαυτοῦ συνηθείας ἀναστρεφόμενον, ist an das Geistige zu denken, so daß diese Stellen den Uebergang zu der folgenden Bdtg machen.
2) Gewohnheit, Herkommen, Sitte, Hes. O. 139, καὶ νόμοι Th. 66 ; Her. 2.35, wie Eur. ἐς καινὰ δʼ ἤθη καὶ νόμους ἀφιγμένην, Med. 238 ; die Art der Menschen zu handeln u. zu reden, Charakter, Sinnesart, Gesinnung, ἐπίκλοπον Hes. O. 67 ; ἦθος ἐμφυές Pind. Ol. 10.21 ; συγγενές 13.13 ; φίλα γὰρ κέκευθεν ἤθη Aesch. Pers. 640 ; ἀκίχητα ἤθεα καὶ κέαρ ἀπαράμυθον Prom. 184 ; ὦ μιαρὸν ἦθος Soph. Ant. 742 ; παιδεύειν ἦθος Aj. 592 ; Eur. Suppl. 869 ; τὰ τῶν νέων ἤθη, πολιτείας, Plat. Rep. VIII.549a, Legg. XI.929c ; ἐν νόμων ἤθεσι u. ä. oft ; im sing. Charakter, Gemüt, φρόνιμον καὶ ἡσύχιον Rep. X.604e ; γενναῖον VI.496b ; ἀνδρεῖον Polit. 308a ; τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος Rep. III.400d, öfter ; ἐν τοιούτοις ἤθεσι παιδευθέντες Isocr. 4.82. Häufig πρᾷος τὸ ἦθος, mild an Sinnesart, Plat. Phaedr. 243c ; φιλόπολις τὸ ἦθος Thuc. bei Poll. 9.26 ; βελτίων τὸ ἦθος Dem. 20.14 ; ἀσθενὴς τὸ ἦθος Arist. H.A. 9.12 ; Sp., wie Luc. salt. 72 ; selten in solchen Verbindungen τῷ ἤθει, wie Theophr. char. 6 ; auch im plur., κόσμιοι τὰ ἤθη, Ath. VI.260d, κράτιστος τὰ ἤθη DL. 6.64 ; ἁπλοῖ τοῖς ἤθεσι, DS. 5.21, was Phryn. 364 tadelt, vgl. Lobeck zu der Stelle ; Sp. so auch mit praepos., βδελυροὶ εἰς τὰ ἤθη, Luc. Pseudol. 1.16 ; ὑψηλὸς ἐν ἤθει, Plut. Dion. 4 ; ἱερὸς τὴν τέχνην καὶ κατὰ τὰ ἤθη, Ath. I.1e. – Vgl. ἔθος ; Plat. vrbdt τρόπων ἤθεσι καὶ ἔθεσι, Legg. XII.968d ; τρόποι καὶ ἤθη X.896c. – Auch vom äußern Wesen, ἱλαρὸν τὸ ἦθος Xen. Symp. 8.3. – Jeder Ausdruck der Sinnesart, Mienen u. Gesichtszüge, insofern sich ein Charakter darin ausdrückt, bes. die ruhigen Seelenzustände, im Ggstz von πάθος. S. die Kompp.
τό
[conn. with ἔθω and orig. σϝῆθος.]
In pl., the accustomed haunts of animals: ἤθεα ἵππων Il. 6.511 = Il. 15.268.
The sties of swine Od. 14.411.
- a nature, character τὸ γὰρ ἐμφυὲς οὔτʼ αἴθων ἀλώπηξ οὔτʼ ἐρίβομοι λέοντες διαλλάξαιντο ἦθος O. 11.20 ἄμαχον δὲ κρύψαι τὸ συγγενὲς ἦθος O. 13.13 εἴη μή ποτέ μοι τοιοῦτον ἦθος N. 8.35
- b haunt, home Λακεδαιμονίων μιχθέντες ἀνδρῶν ἤθεσι (Boeckh: ἤθεσιν codd.: contra Puech, “partager la vie”) P. 4.258
Strong 2239
**
1 1, a haunt, abode.
2. = ἔθος, custom, manner: pl., I Co 15:33.†
- Ian accustomed place: in pl. the haunts or abodes of animals, Hom., Hdt.
- IIcustom, usage, Hes., Hdt.
- 2of man, his disposition, character, Lat. ingenium, mores, Hes., Attic; ὦ μιαρὸν ἦθος, addressed to a person, Soph.
- 3in pl., generally, of manners, like Lat. mores, Hes., Hdt., Thuc. rare collat. form of ἠθέω.
-
…δὲ τοῖς νεωτέροις εἰσηγοῦνται μὴ διʼ ὧν τὴν δεινότητα τὴν ἐν τοῖς λόγοις ἀσκήσουσιν, ἀλλʼ ὅπως τὰ τῶν τρόπων ἤθη σπουδαῖοι πεφυκέναι δόξουσι, τοσούτῳ μᾶλλον ἐκείνων τοὺς ἀκούοντας ὠφελοῦσιν, ὅσον οἱ μὲν ἐπὶ λόγον παρακαλοῦσιν, οἱ δὲ…
Isocrates, Speeches
-
…ἠθικάς, σοφίαν μὲν καὶ σύνεσιν καὶ φρόνησιν διανοητικάς, ἐλευθεριότητα δὲ καὶ σωφροσύνην ἠθικάς. λέγοντες γὰρ περὶ τοῦ ἤθους οὐ λέγομεν ὅτι σοφὸς ἢ συνετὸς ἀλλʼ ὅτι πρᾶος ἢ σώφρων · ἐπαινοῦμεν δὲ καὶ τὸν σοφὸν κατὰ τὴν ἕξιν…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…μνήμην ποιήσομαι. οὗτος δὲ Πριηνέας τε εἷλε ἐς Μίλητόν τε ἐσέβαλε, ἐπὶ τούτου τε τυραννεύοντος Σαρδίων Κιμμέριοι ἐξ ἠθέων ὑπὸ Σκυθέων τῶν νομάδων ἐξαναστάντες ἀπίκοντο ἐς τὴν Ἀσίην καὶ Σάρδις πλὴν τῆς ἀκροπόλιος εἷλον. Ἄρδυος δὲ βασιλεύσαντος ἑνὸς…
Herodotus, The Histories
-
…ἐλαίῳ χρισαμένη μυχίη καταλέξεται ἔνδοθι οἴκου, ἤματι χειμερίῳ, ὅτʼ ἀνόστεος ὃν πόδα τένδει ἔν τʼ ἀπύρῳ οἴκῳ καὶ ἤθεσι λευγαλέοισιν. οὐ γάρ οἱ ἠέλιος δείκνυ νομὸν ὁρμηθῆναι · ἀλλʼ ἐπὶ κυανέων ἀνδρῶν δῆμόν τε πόλιν τε στρωφᾶται ,…
Hesiod, Works and Days
-
…ἑλκομένης, ᾗ κʼ ἄνδρες ἄγωσι δωροφάγοι, σκολιῇς δὲ δίκῃς κρίνωσι θέμιστας. ἣ δʼ ἕπεται κλαίουσα πόλιν καὶ ἤθεα λαῶν, ἠέρα ἑσσαμένη, κακὸν ἀνθρώποισι φέρουσα, οἵ τε μιν ἐξελάσωσι καὶ οὐκ ἰθεῖαν ἔνειμαν. Οἳ δὲ…
Hesiod, Works and Days
-
…Χάριτές τε καὶ Ἵμερος οἰκίʼ ἔχουσιν ἐν θαλίῃς · ἐρατὴν δὲ διὰ στόμα ὄσσαν ἱεῖσαι μέλπονται πάντων τε νόμους καὶ ἤθεα κεδνὰ ἀθανάτων κλείουσιν, ἐπήρατον ὄσσαν ἱεῖσαι. αἳ τότʼ ἴσαν πρὸς Ὄλυμπον ἀγαλλόμεναι ὀπὶ καλῇ, ἀμβροσίῃ μολπῇ ·…
Hesiod, Theogony
-
…τοι ὥριος οὗτος · ἡ δὲ γυνὴ τέτορʼ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο. παρθενικὴν δὲ γαμεῖν, ὥς κʼ ἤθεα κεδνὰ διδάξῃς. τὴν δὲ μάλιστα γαμεῖν, ἥτις σέθεν ἐγγύθι ναίει, πάντα μάλʼ ἀμφιιδών, μὴ γείτοσι χάρματα…
Hesiod, Works and Days
-
…ὃ ὑμῖν πρὸς τοῖς ἄλλοις οὐχ ἥκιστα καὶ κατὰ τὴν νόσον γεγένηται. ὅμως δὲ πόλιν μεγάλην οἰκοῦντας καὶ ἐν ἤθεσιν ἀντιπάλοις αὐτῇ τεθραμμένους χρεὼν καὶ ξυμφοραῖς ταῖς μεγίσταις ἐθέλειν ὑφίστασθαι καὶ τὴν ἀξίωσιν μὴ ἀφανίζειν ἐν ἴσῳ γὰρ οἱ ἄνθρωποι…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…, ὦναξ. οὐ ξυνέρξεθʼ ὡς τάχος ; πρὸς θεῶν, μαλάσσου. μῶρά μοι δοκεῖς φρονεῖν, εἰ τοὐμὸν ἦθος ἄρτι παιδεύειν νοεῖς. ὦ κλεινὰ Σαλαμίς, σὺ μέν που ναίεις ἁλίπλακτος, εὐδαίμων, πᾶσιν περίφαντος ἀεί ·…
Sophocles, Ajax
-
…· δέδια δʼ ἀμφὶ σαῖς τύχαις, πᾷ ποτε τῶνδε πόνων χρή σε τέρμα κέλ σαντʼ ἐσιδεῖν · ἀκίχητα γὰρ ἤθεα καὶ κέαρ ἀπαράμυθον ἔχει Κρόνου παῖς. οἶδʼ ὅτι τραχὺς καὶ παρʼ ἑαυτῷ τὸ δίκαιον ἔχων Ζεύς. ἀλλʼ ἔμπας…
Aeschylus, Prometheus Bound