ἠλοσύνη
ἠλοσύνη, ἡ,
- = ἠλιθιότης, Nic. Al. 420: Aeol. ἀλοσύνα Theoc. 30.12; cf. ἆλλος (s.v. ἠλεός).
ἠλοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] c. ἠλιθιότης, Nic. Al. 420 ||
➳ Éol. ἀλλοσύνα, Thcr. Idyl. 30, 13.
ἠλοσύνη, ἡ, = ἠλιθιότης, Nic. Al. 420.