ἤλυσις
ἤλυσις, a step
ἤλῠσις, εως, ἡ,
- = ἔλευσις step, gait, βραδύπουν ἤ. προτιθεῖσα E. Hec. 67; πυκνὴν βαίνων ἤ. Id. Ph. 844; πικρὰν διώκων ἤ. Id. HF 1041.
ἤλυσις, εως (ἡ) [ῠ] action d’aller, marche, Eur. Hec. 67, etc.
Étym. cf. ἤλυθον.
ἤλυσις, ἡ, das Gehen, der Gang ; σπεύσω βραδύπουν ἤλυσιν προτιθεῖσα Eur. Hec. 66 ; πυκνὴν δὲ βαίνων ἤλυσιν Phoen. 851.
ἤλυσις
ἤλῠσις, εως
= ἔλευσις
- a step, Eur.