ἡδύπνευστος
ἡδύ-πνευστος, ον,
- = ἡδύπνοος, AP 5.117 (Marc. Arg.).
ἡδύ·πνευστος, ος, ον, c. ἡδύπνοος, Anth. 5, 118.
ἡδύπνευστος, = ἡδύπνοος, Ἰσιάς Marc. Arg. 14 (V.118).
ἡδύπνευστος
ἡδύ-πνευστος, ον
= ἡδύπνοος, Anth.