ἡμεροφύλαξ
ἡμεροφύλαξ, day-watcher
ἡμερο-φύλαξ [ῠ], ᾰκος, ὁ,
- = ἡμεροσκόπος, X. HG 7.2.6, Ph. 2.236, Ostr.Strassb. 534.1 (ii A.D.).
ἡμερο·φύλαξ, ακος (ὁ) [ῠᾰκ] garde ou sentinelle de jour, Xén. Hell. 7, 2, 6.
Étym. ἡμέρα, φύλαξ.
ἡμεροφύλαξ, ακος, ὁ, Tagwächter, Xen. Hell. 7.2.6.
ἡμεροφύλαξ
ἡμερο-φύλαξ (ῠ), ακος,
= ἡμεροσκόπος, Xen.