ἡμερολογέω
ἡμερολογέω, to count by days
ἡμερο-λογέω,
- to count by days, τὸν χρόνον Hdt. 1.47.
ἡμερο·λογέω-ῶ, compter jour par jour, acc. Hdt. 1, 47.
Étym. ἡ. -λογος de λέγω.
ἡμερολογέω, nach Tagen zählen, τὸν χρόνον, Her. 1.47.
ἡμερολογέω
ἡμερο-λογέω,
λέγω
- to count by days, Hdt.