Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμερόφυλλος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμερόκοιτος
ἡμερολεγδόν
ἡμερολογέω
ἡμερολογικά
ἡμερολόγιον
ἡμερομαντεία
ἡμερομαχία
ἡμερονύκτιον
ἡμερόπιτυς
ἡμεροποιέω
ἡμεροποιός
ἡμεροπόσιον
ἥμερος
ἤμερος
ἡμεροσκοπεῖον
ἡμεροσκοπέω
ἡμεροσκοπία
ἡμεροσκόπια
ἡμεροσκόπος
ἡμερότης
ἡμεροτοκέω
ἡμεροτροφίς
ἡμερούσιος
ἡμεροφαής
ἡμεροφανής
ἡμερόφαντος
ἡμερόφοιτος
ἡμεροφυλακέω
ἡμεροφυλάκιον
ἡμεροφύλαξ
ἡμερόφυλλος
ἡμερόφωνος
ἡμερόω
ἡμερωλίας
ἡμέρωμα
ἡμερώματα
ἡμερῶον
ἡμερωρέω
ἡμέρως
ἡμέρωσις
ἡμερωτής
ἦμες
ἡμετέρειος
ἡμέτερόνδε
ἡμέτερος
ἡμέων
ἤμην
ἥμην
ἠμί
ἡμι
ἡμι-
ἡμιάγιος
ἡμιάγρυπνος
ἡμίαλφα
ἡμιαμβειαῖα
ἡμιαμβεῖον
ἡμιαμβικός
ἡμίαμβος
ἡμιαμφόριον
ἡμιάνδριον
ἡμίανδρος
…
ἡμερόφυλλος
Save
LSJ
ἡμερό-φυλλος, ον,
= ἥμερος, ἐλαία
Isyll.
20 (Dor. with
ἡμ-
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}