Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἤμερος
ἤμερος, tame, domesticated
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμερογράφος
ἡμεροδανειστής
ἡμερόδοτος
ἡμεροδρομέω
ἡμεροδρόμης
ἡμεροδρόμιον
ἡμεροδρόμος
ἡμερόδρυς
ἡμεροειδής
ἡμεροθαλής
ἡμεροθαλλής
ἡμεροθηρική
ἡμεροθηρικός
ἡμεροκαλλές
ἡμεροκαλλίς
ἡμεροκλέπτης
ἡμεροκοίτης
ἡμερόκοιτος
ἡμερολεγδόν
ἡμερολογέω
ἡμερολογικά
ἡμερολόγιον
ἡμερομαντεία
ἡμερομαχία
ἡμερονύκτιον
ἡμερόπιτυς
ἡμεροποιέω
ἡμεροποιός
ἡμεροπόσιον
ἥμερος
ἤμερος
ἡμεροσκοπεῖον
ἡμεροσκοπέω
ἡμεροσκοπία
ἡμεροσκόπια
ἡμεροσκόπος
ἡμερότης
ἡμεροτοκέω
ἡμεροτροφίς
ἡμερούσιος
ἡμεροφαής
ἡμεροφανής
ἡμερόφαντος
ἡμερόφοιτος
ἡμεροφυλακέω
ἡμεροφυλάκιον
ἡμεροφύλαξ
ἡμερόφυλλος
ἡμερόφωνος
ἡμερόω
ἡμερωλίας
ἡμέρωμα
ἡμερώματα
ἡμερῶον
ἡμερωρέω
ἡμέρως
ἡμέρωσις
ἡμερωτής
ἦμες
ἡμετέρειος
ἡμέτερόνδε
…
ἤμερος
Save
ἤμερος, tame, domesticated
No dictionary entries for this word.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}