About Report a problem

Menu

ἡμικοτυλίειος

ἡμικοτυλίειος, holding half a κοτύλη

ἡμι-κοτῠλίειος, α, ον,
  • holding half a κοτύλη, PCair.Zen. 89.6 (iii B.C.), al.

Saved

Recent