Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμίκῳον
ἡμίκῳον, half a κῷον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμικόριον
ἡμικόσμιον
ἡμικοτύλη
ἡμικοτυλιαῖος
ἡμικοτυλίειος
ἡμικοτύλιον
ἡμίκουρος
ἡμικραής
ἡμικραίπαλος
ἡμίκραιρα
ἡμικρανία
ἡμικρανικός
ἡμικράνιος
ἡμίκρανον
ἡμικρής
ἡμικύαθος
ἡμικυκλικός
ἡμικύκλιον
ἡμικύκλιος
ἡμικυκλιώδης
ἡμικυκλοειδής
ἡμίκυκλον
ἡμίκυκλος
ἡμικυκλώδης
ἡμικυλίνδριον
ἡμικύλινδρος
ἡμίκυνες
Ἡμίκυνες
ἡμίκυπρον
ἡμικώνιον
ἡμίκῳον
ἡμίλαγος
ἡμιλάμιον
ἡμίλαμπρος
ἡμιλάσταυρος
ἡμίλεκτος
ἡμιλέπιστος
ἡμίλεπτος
ἡμίλευκος
ἡμιλιτριαῖος
ἡμιλίτριον
ἡμίλιτρον
ἡμίλουτος
ἡμιλοχία
ἡμιλόχιον
ἡμιλοχίτης
ἡμιμαθής
ἡμιμανής
ἡμιμάραντος
ἡμιμάσητος
ἡμιμέγιστον
ἡμιμέδιμνον
ἡμιμέδιμνος
ἡμιμεθής
ἡμιμέθυσος
ἡμιμείλιον
ἡμιμερής
ἡμιμέριστος
ἡμίμεστος
ἡμίμετρον
ἡμίμηδος
…
ἡμίκῳον
Save
ἡμίκῳον, half a κῷον
LSJ
ἡμί-κῳον, τό,
half a
κῷον,
Sammelb.
4425 vii 12 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}