Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμικεραύνιος
ἡμικεραύνιος, bandage
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμίζως
ἡμίηλος
ἡμιθαλής
ἡμίθαλπτος
ἡμιθανής
ἡμιθέα
ἡμιθέαινα
ἡμίθεος
Ἡμιθέων
ἡμίθηλυς
ἡμίθηρ
ἡμιθῆτα
ἡμίθητα
ἡμιθνής
ἡμίθνητοι
ἡμίθνητος
ἡμίθραυστος
ἡμιθωράκιον
ἡμιϊουδαῖος
ἡμίιππος
ἡμίϊππος
ἡμικάδιον
ἡμίκακος
ἡμικάκως
ἡμικαλάθιον
ἡμίκαυστος
ἡμίκαυτος
ἡμίκενος
ἡμίκεντρος
ἡμικεραμία
ἡμικεραύνιος
ἡμίκερκος
ἡμικεφάλαιον
ἡμικεφάλιον
ἡμικίριον
ἡμικλάδευτος
ἡμίκλαστος
ἡμικλεῖς
ἡμίκλειστος
ἡμικλήριον
ἡμικλίβανος
ἡμίκλινον
ἡμικόγγιον
ἡμικόλλιον
ἡμίκοπος
ἡμικόριον
ἡμικόσμιον
ἡμικοτύλη
ἡμικοτυλιαῖος
ἡμικοτυλίειος
ἡμικοτύλιον
ἡμίκουρος
ἡμικραής
ἡμικραίπαλος
ἡμίκραιρα
ἡμικρανία
ἡμικρανικός
ἡμικράνιος
ἡμίκρανον
ἡμικρής
ἡμικύαθος
…
ἡμικεραύνιος
Save
ἡμικεραύνιος, bandage
LSJ
ἡμι-κεραύνιος, ὁ,
name of a
bandage,
Gal.
12.496 Chart.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}