Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμικάκως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμιεργής
ἡμίεργος
ἡμιέτης
ἡμίεφθος
ἡμιζύγιος
ἡμίζωνον
ἡμίζωος
ἡμίζως
ἡμίηλος
ἡμιθαλής
ἡμίθαλπτος
ἡμιθανής
ἡμιθέα
ἡμιθέαινα
ἡμίθεος
Ἡμιθέων
ἡμίθηλυς
ἡμίθηρ
ἡμιθῆτα
ἡμίθητα
ἡμιθνής
ἡμίθνητοι
ἡμίθνητος
ἡμίθραυστος
ἡμιθωράκιον
ἡμιϊουδαῖος
ἡμίιππος
ἡμίϊππος
ἡμικάδιον
ἡμίκακος
ἡμικάκως
ἡμικαλάθιον
ἡμίκαυστος
ἡμίκαυτος
ἡμίκενος
ἡμίκεντρος
ἡμικεραμία
ἡμικεραύνιος
ἡμίκερκος
ἡμικεφάλαιον
ἡμικεφάλιον
ἡμικίριον
ἡμικλάδευτος
ἡμίκλαστος
ἡμικλεῖς
ἡμίκλειστος
ἡμικλήριον
ἡμικλίβανος
ἡμίκλινον
ἡμικόγγιον
ἡμικόλλιον
ἡμίκοπος
ἡμικόριον
ἡμικόσμιον
ἡμικοτύλη
ἡμικοτυλιαῖος
ἡμικοτυλίειος
ἡμικοτύλιον
ἡμίκουρος
ἡμικραής
ἡμικραίπαλος
…
ἡμικάκως
Save
Bailly 2024
ἡμικάκως
[
ῐᾰ
]
adv.
à moitié mal,
Ar.
Th.
479
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}