ἡμικάδιον
ἡμικάδιον, half-κάδος (liquid measure)
ἡμι-κάδιον [ᾰ], τό,
- half-κάδος, Philoch. 155a, IG 14.422 iii 81 (Tauromenium), BGU 1095.16 (i A.D.).
ἡμι·κάδιον, ου (τὸ) [ῐᾰ] demi-muid, Philoch. 155a (Poll. 10, 71).
Étym. ἡμι-, κάδος.
ἡμικάδιον, τό (nicht ἡμικάδδιον), ein halber κάδος, Philoch. bei Poll. 10.71.