ἡμιχοινίκιον
ἡμιχοινίκιον, half χοῖνιξ
ἡμι-χοινίκιον [ῐκ], τό,
- half χοῖνιξ, Hp. Nat.Mul. 50, IG 2(2).1013.21, Dieuch. ap. Orib. 4.7.18.
ἡμι·χοινίκιον, ου (τὸ) [μῐῐκ] c. ἡμιχοῖνιξ, Hpc. 572, 5 ; 580, 26.
ἡμιχοινίκιον, τό, halber χοῖνιξ, Hippocr., bei Poll. 6.160 ; ἡμιχοίνικον wie auch Theophr.