ἡμιχολώδης
ἡμιχολώδης, half-bilious
ἡμι-χολώδης, ες,
- half-bilious, dub.l. in Hp. Epid. 7.29.
ἡμι·χολώδης, ης, ες [ῐ] à moitié bilieux, Hpc. Epid. 7.
Étym. ἡμι-, χολώδης.
ἡμιχολώδης, ες, halbgallig, Hippocr.