ἡμιχοῖνιξ
ἡμιχοῖνιξ, half χοῖνιξ
ἡμι-χοῖνιξ, ῐκος, ἡ,
- half-χοῖνιξ, v.l. in Hp. Nat.Mul. 50, Morb. 3.17.
ἡμι·χοῖνιξ, ικος (ὁ) [μῐῐκ] demi-chénice, Hpc. 497, 12 ; 580, 27.
Étym. v. les préc.
ἡμιχοῖνιξ, ικος, ὁ, = ἡμιχοινίκιον, Hippocr.