About
Menu

ἠμάτιος

ἠμάτιος, by day

ἠμάτιος [ᾰ], η, ον, (ἦμαρ) poet. for ἡμερήσιος,
  • by day, ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν, νύκτας δʼ ἀλλύεσκεν Od. 2.104, cf. 19.149; ἠμάτιαι σπεύδουσι [μέλισσαι] Hes. Th. 597; ἠ. φέγγος, i.e. the sun, AP 9.651 (Paul.Sil.).
      • 2 day by day, daily, Il. 9.72.

Saved

Recent