ἰασμέλαιον Save Bailly 2024 Pape ἰασμ·έλαιον, ου (τὸ) huile de jasmin, Aét. Étym. ἰάσμη, ἔλαιον. ἰασμέλαιον, τό, = ἰάσμινον μύρον, Diosc.