ἰσχαδόπωλις Save ἰσχαδόπωλις, fig seller Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἰσχαδό·πωλις, ιδος (ἡ) [ᾰ] fém. du préc. Ar. Lys. 564. ἰσχαδόπωλις -ιδος, ἡ [1. ἰσχάς, πώλης] vijgenverkoopster. ἰσχαδόπωλις, ιδος, ἡ, fem. zu ἰσχαδοπώλης, Ar. Lys. 564.