ἰσχαλέος
ἰσχαλέος, thin
ἰσχᾰλέος, α, ον, poet. for ἰσχνός,
- dried, κρομύοιο λοπὸς ἰσχαλέοιο Od. 19.233; thin, paltry, περόναι Man. 6.434:—later ἰσχνᾰλέος, Eust. 1863.60.
ἰσχαλέος, α, ον [ᾰλ]
1 desséché, sec, Od. 19, 233 ||
2 mince, faible, Man. 6, 434.
Étym. cf. ἰσχνός.
ἰσχαλέος, p. = ἰσχνός ; κρόμυον Od. 19.233 ; Hippocr. u. Sp.
ἰσχαλέος
Dried, desiccated: κρομύοιο Od. 19.233.
ἰσχαλέος (ἰσχνός): dry, withered, Od. 19.233†.
ἰσχαλέος
ἰσχᾰλέος, α, ον
poet. for ἰσχνός,
- thin, Od.