Ἴστριος
Ἴστριος, of the Danube
Ἴστριος, α, ον, voisin de l’Ister, Pd. O. 3, 46 (Ἴστρος 1).
Ἴστριος
- 1of the Danube ἐς γαῖαν πορεύεν θυμὸς ὥρμα Ἰστρίαν νιν (Ἰστρία νιν Aristarchus) O. 3.26