ἱερακίσκος
ἱερακίσκος, dim of ἱέραξ, hawk, falcon
ἱερᾱκ-ίσκος, ὁ, Dim. of ἱέραξ, Ar. Av. 1112.
ἱερακίσκος, ου (ὁ) [ᾱ] petit épervier, Ar. Av. 1112.
Étym. dim. d’ἱέραξ.
ἱερακίσκος, [ᾱ], ὁ, dim. von ἱέραξ, Ar. Av. 1112.
ἱερακίσκος
ἱερᾱκίσκος, ὁ,
Dim. of ἱέραξ, Ar.