ἱερακιάς Save LSJ Bailly 2024 ἱερᾱκ-ιάς, άδος, ἡ, = foreg. [ἱερακία], Alex.Trall. 2. ἱερακιάς, άδος (ἡ) [ᾱκ] c. ἱεράκιον, A. Tr. 1, p. 145.