ἱεραπολέω
ἱεραπολέω, to be a ἱεραπόλος
ἱερᾱ-πολέω,
- to be a ἱεραπόλος, IG 4.1444,1536; of a woman, Ἀρχ. Δελτ. 2. app. 49 (Palaerus).
ἱεραπολέω, [ᾱ], ein ἱεραπόλος sein, Inscr. 1169.