ἱεροστολιστής
ἱερο-στολιστής, οῦ, ὁ,
- = sq. [ἱερόστολος], Chaerem. ap. Porph. Abst. 4.8, Sammelb. 5553.
ἱεροστολιστής, οῦ (ὁ) c. le suiv. Porph. Abst. 4, 8.
ἱεροστολιστής, ὁ, = ἰερόστολος, Porphyr.