Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱερουλίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἱεροσολυμείτης
Ἱεροσολυμηΐς
Ἱεροσολυμίτης
Ἱεροσόλυμος
ἱεροστάτης
ἱερόστεπτος
ἱεροστολικά
ἱεροστολιστής
ἱερόστολος
ἱεροσυλέω
ἱεροσύλημα
ἱεροσύλησις
ἱεροσυλία
ἱεροσυλικός
ἱερόσυλος
ἱεροσύνη
ἱεροταμίας
ἱεροταμιεύω
ἱερότας
ἱεροτέκτων
ἱεροτελεστής
ἱεροτελεστία
ἱεροτελεστικός
ἱεροτεύκτης
ἱερότευκτος
ἱερότης
ἱερότροχον
ἱερότροχος
ἱεροτυπία
ἱερότυπος
ἱερουλίζω
ἱερουργεῖον
ἱερουργέω
ἱερούργημα
ἱερουργία
ἱερουργικός
ἱερουργός
Ἱερουσαλήμ
Ἰερουσαλήμ
ἱεροφαντέω
ἱεροφάντης
ἱεροφαντία
ἱεροφαντικός
ἱεροφαντικῶς
ἱεροφάντις
ἱερόφαντις
ἱεροφάντρια
ἱεροφάντωρ
ἱεροφοιτάω
ἱεροφόρος
ἱεροφυλάκιον
ἱεροφύλαξ
Ἱεροφῶν
ἱερόφωνος
ἱεροφωρέω
ἱερόχθων
ἱερόχρηστος
ἱεροψάλτης
ἱερόψυχος
ἱερόω
ἱέρωμα
…
ἱερουλίζω
Save
LSJ
ἱερο-υλίζω, of wine,
τὸν παλαιὸν καὶ ἱερουλίζοντα
dub. sens. in
Alex.Trall.
10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}