ἱππηλάσιος
ἱππηλάσιος, a chariot-
ἱππηλάσιος, α, ον [ᾰ] propre aux courses de char, Il. 7, 340, 439.
Étym. ἱππήλατος.
ἱππηλάσιος, α, ον, zum Fahren od. Reiten tauglich, ὁδός, Fahrweg, Il. 7.340, 439.
ἱππηλάσιος
-η
[ἵππος + ἐλα-, ἐλαύνω.]
Fit to be traversed by chariots: ὁδός Il. 7.340=439.
ἱππηλάσιος (ἐλαύνω): for driving chariots; ἱππηλασίη ὁδός, Il. 7.340 and 439.
ἱππηλάσιος
ἱππ-ηλάσιος, α, ον
ἐλαύνω
= ἱππήλατος
- ἱππ. ὁδός a chariot-road, Il.