ἱππευτήρ
ἱππ-ευτήρ, ῆρος, ὁ,
- = sq., πῶλος, ἱ. πεδίων, οὐχ ἁλός AP 9.295 (Bianor).
ἱππευτήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Anth. 9, 295.
ἱππευτήρ, ῆρος, ὁ, der Reiter, Bian. 11 (IX.295).
ἱππευτήρ, ῆρος,
= ἱππευτής, Anth.