ἱππηγός
ἱππηγός, carrying horses, cavalry transport (ship)
ἱππ-ηγός, όν, (ἄγω)
- = ἱππαγωγός, νῆες (expressed or understood) Philoch. 132, Plb. 1.27.9, D.S. 20.83; τριήρης Ἱππηγός as pr. n., IG 2(2).1628.423,1629.944.
ἱππ·ηγός, ός, όν, c. ἱππαγωγός, Pol. 1, 26, 14 ; DS. 20, 83.
Étym. ἵ. ἄγω.
ἱππηγός, = ἱππαγωγός, Pol. 1.26.14 ; DS. 20.83.