ἱππελάτειρα Save LSJ Bailly 2024 Pape ἱππ-ελάτειρα [ᾰ], fem. of sq., Orph. H. 32.12. ἱππ·ελάτειρα, ας (ἡ) [ᾰτ] c. le suiv. Orph. H. 31, 42. ἱππελάτειρα, ἡ, fem. zu ἱππελάτης, Orph. 31.12.