Ἰαπετιονίς
Ἰαπετιονίς, of Iapetos
Ἰαπετιονίς, ίδος (ἡ) [ῑᾰῑῐδ] fém. du préc. Pd. O. 9, 81.
Ἶᾰπετῑονίς f. adj.,
- 1of Iapetos ὑμέτεροι πρόγονοι ἀρχᾶθεν, Ἰαπετιονίδος φύτλας κοῦροι κορᾶν καὶ φερτάτων Κρονιδᾶν (Ἰαπετοῦ δὲ πάλιν ὁ Ἐπιμηθεύς, οὗ καὶ Πανδώρας Πύρρα Σ.) O. 9.55