ὀκτάτυπος
ὀκτάτυπος, octotropos
ὀκτά-τῠπος, ἡ,
- = ὀκτάτροπος (q. v.), Cat.Cod.Astr. 8(3).117.21 (nisi leg. ὀκτάτροπος); cf. octotropos, [Manil.]2.969.