ὀλιγοχρονιότης
ὀλιγοχρονιότης, shortness of time
ὀλῐγοχρον-ιότης, ητος, ἡ,
- shortness of time, Thphr. CP 2.12.1, Ptol. Tetr. 10, Heph.Astr. 2.11; shortness of life, Ptol. Tetr. 115, Vett.Val. 147.3, Paul.Al. H. 2.
ὀλιγοχρονιότης, ητος (ἡ) [ῐγ] c. ὀλιγοχρονία, Procl. Ptol. 1, 3, p. 14, etc.
ὀλιγοχρονιότης, ητος, ἡ, = ὀλιγοχρονία, Proclus.