ὀλιγοχρηματία Save Bailly 2024 Pape ὀλιγοχρηματία, ας (ἡ) [ῐγμᾰ] fortune modique, Clém. Étym. ὀλιγοχρήματος. ὀλιγοχρηματία, ἡ, wenig Vermögen, Clem.Al.