ὀξυλάπαθον
ὀξυλάπαθον, curled dock, Rumex crispus
ὀξῠ-λάπᾰθον [λᾰ], τό,
- curled dock, Rumex crispus, Dsc. 2.114, Gal. 6.635, al., Aret. CA 2.2, etc.: also ὀξῠ-λάπαθος, ὁ, Gp. 2.5.4.
ὀξυ·λάπαθον, ου (τὸ) [ῠᾰᾰ] sorte de patience, plante, Diosc. 2, 140 ; Arét. p. 98, 32.
Étym. ὀ. λάπαθον.
ὀξυλάπαθον, τό, eine Art Sauerampfer, Geop.