Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυκυάμια
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀξυθυμία
ὀξυθύμια
ὀξυθυμίας
ὀξύθυμον
ὀξυθυμόομαι
ὀξύθυμος
ὀξύϊνος
ὀξυκαμπής
ὀξυκάρδιος
ὀξυκάρηνος
ὀξύκεδρος
ὀξυκέλευθος
ὀξυκέντητος
ὀξύκεντρος
ὀξυκέρατος
ὀξύκερως
ὀξυκέφαλος
ὀξυκινησία
ὀξυκίνητος
ὀξυκοΐα
ὀξυκόμινα
ὀξυκόμμι
ὀξύκομος
ὀξύκοος
ὀξυκόρακον
ὀξυκόρακος
ὀξύκραμα
ὀξυκραματοπώλης
ὀξύκρατον
ὀξύκρεκτος
ὀξυκυάμια
ὀξυκώκυτος
ὀξυλάβεια
ὀξυλαβέω
ὀξυλάβη
ὀξυλαβής
ὀξυλαβία
ὀξύλαβος
ὀξυλάλος
ὀξύλαλος
ὀξυλάπαθον
ὀξυλάπαθος
ὀξυλίπαρον
ὀξυλίπαρος
ὀξυλιπής
ὀξυλιπὴς ἄρτος
ὀξυλοβέω
ὄξυλον
Ὄξυλος
ὀξυμάθεια
ὀξυμαθής
ὀξυμαθία
ὀξύμαλον
ὀξυμελής
ὀξύμελι
ὀξυμελίκρατον
ὀξυμελίκρητον
ὀξυμέριμνος
ὀξύμηλον
ὀξυμήνιτος
ὀξύμολπος
…
ὀξυκυάμια
Save
LSJ
ὀξῠ-κῠάμια [ᾰ], τά, and
ὀξῠ-κύᾰμα
, τά,
fabae acetatae (acetosae),
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}