ὀξύλαβος
ὀξῠ-λᾰβος, ὁ, Sch. Il. 18.477, Gloss.:—Dim. ὀξῠ-λᾰβίδιον, τό, Hermes 38.282.
ὀξῠ-λᾰβος, ον,
- = -λαβής, Eust. 1753.50.
- II cf. ὀξυλάβη.
ὀξύλαβος ², ὁ, = ὀξυλάβη, Eust., der auch ὀξυλάβος = ὀξυλαβής hat.