ὀξυκοΐα Save LSJ Pape ὀξυκοΐα, ὀξύκοος, v. ὀξυηκοΐα, ὀξυήκοος. ὀξυκοΐα, ἡ, f.l. für ὀξυηκοΐα, Plut. de aud. poet. 11 p. 119 ; Hippodam. Stob. fl. 103.26 g.E.