ὀξυκίνητος
ὀξυκίνητος, quickly moving
ὀξῠ-κίνητος [ῑ], ον,
- quickly moving, Luc. Abd. 28, Dips. 5; διάνοια Ph. 1.605; of tumours, etc., Cass. Pr. 1.
ὀξυ·κίνητος, ος, ον [ῠῑ] qui se meut vivement, Luc. Abd. 28.
Étym. ὀ. κινητός.
ὀξυκίνητος, schnell bewegt, sich schnell bewegend, Luc. Abdic. 28.