Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξύ
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὄνωνις
Ὁνωρᾶτος
Ὀξάθρης
ὀξάλειος
ὀξάλιος
ὀξαλίς
ὀξάλμη
ὄξαλος
ὀξέα
ὀξέη
ὀξεῖα
ὀξείδιον
ὀξέϊνος
ὀξέλαιον
ὀξερίας
ὀξέως
ὀξηλίς
ὀξηρός
ὀξίδαι
ὀξίδιον
ὀξίζω
ὀξίνα
ὀξίνης
Ὀξίνης
ὀξίς
ὀξῖτις
ὀξόβαφον
ὀξόγαρον
ὀξοπώλης
ὄξος
ὀξύ
ὀξύα
ὀξυάκανθα
ὀξυακάνθης
ὀξυάκανθος
ὀξυακοΐα
ὀξυακουσίλογος
Ὀξυάλκης
Ὀξυάρτης
ὀξυαύγεια
ὀξύβαρις
ὀξυβάφιον
ὀξύβαφον
ὀξυβελής
ὀξυβελικόν
Ὀξύβιοι
ὀξύβλαττα
ὀξυβλεπτέω
ὀξυβλέπτης
ὀξυβλεψία
ὀξυβόας
ὀξυβόη
ὀξυβόης
ὀξυβόλος
ὀξυβουλία
ὀξυβρέχω
ὀξύγαλα
ὀξυγαλάκτινος
ὀξύγαρον
ὀξύγγιον
ὀξυγένειος
…
ὀξύ
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ὀξύ,
neutre d’
ὀξύς
.
ὀξύ
n.
van
ὀξύς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}