ὀπιδνός
ὀπιδνός, dreaded, awful
ὀπιδνός, ή, όν,
- dreaded, awful, A.R. 2.292 (Sup.).
ὀπιδνός, ή, όν, respecté, redouté, A. Rh. 2, 292, au sup. ὀπιδνότατος.
Étym. ὀπίζω.
ὀπιδνός, geschent, gefürchtet, ἥτε (Στύξ) θεοῖσι ῥιγίστη πάντεσσιν ὀπιδνοτάτη τε πέλεται, Ap.Rh. 2.292, Schol. ἐπιστροφῆς ἀξία.