ὀρθεύω
ὀρθεύω, set straight
ὀρθεύω, (ὀρθός)
- = ὀρθόω, impf. ὤρθευεν E. Or. 405.
ὀρθεύω (impf. 3 sg. ὤρθευεν) c. ὀρθόω, Eur. Or. 405.
ὀρθεύω, = ὀρθόω, ὃς σὸν ὤρθευεν δέμας, Eur. Or. 405.
ὀρθεύω,
ὀρθός
= ὀρθόω, imperf. ὤρθευον Eur.