ὄρθιος
ὄρθιος, straight up, going upwards, steep, uphill
- straight up, steep, uphill, οἶμος Hes. Op. 290; πάγοι S. Fr. 89; πρόσβασις E. El. 489; ὁδός X. An. 1.2.21, etc.; ὄρθιον ἑτέραν (sc. ὁδὸν) ἐπορεύοντο Th. l.c.; ὄρθιον or πρὸς ὄρθιον ἰέναι march uphill, X. An. 4.6.12, HG 2.4.15; ἡ ἀρετὴ πρὸς ὄρθιον ἄγουσα leading by a steep path, Id. Cyr. 2.2.24; πρὸς ὀρθίῳ on rising ground, opp. ἐν ἐπιπέδῳ, Id. HG 6.4.14; κατὰ τοῦ ὀ. by a steep descent, Arr. An. 1.1.8; τὰ ὄ. the country from the coast upwards, τὰ ἐς μεσόγαιαν φέροντα, Hdt. 4.101.
- 2 upright, standing, ὄ. ἦν τὰ γέρρα Id. 9.102; πύργοι E. Andr. 10; esp. of hair, ὀ. στῆσαι τρίχας S. OC 1624; τριχὸς ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται A. Th. 564 (lyr.), cf. E. Hel. 632 (lyr.); also ὄ. ἐφιστὰς τὸ οὖς pricking up the ear, Luc. Tim. 23; of animals, rampant, Pi. P. 10.36.
- II of the voice, high-pitched, shrill, κελεύματα A. Ch. 751; κωκύματα S. Ant. 1206; κηρύγματα Id. El. 683, Ichn. 40; ὀρθία σάλπιγγος ἠχώ E. Tr. 1266: more freq. the neut. as Adv., ἤϋσε . . ὄρθια she cried aloud, Il. 11.11 (not found elsewh. in Hom.); ἰάχησε δʼ ἄρʼ ὄρθια φωνῇ h.Cer. 20, cf. 432; so ὄρθιον ὤρυσαι, φωνεῖν, Pi. O. 9.109, N. 10.76; ὄρθιον ἀντηλάλαξε . . ἠχώ A. Pers. 389; ἐσήμηνʼ ὄρθιον σάλπιγγι E. Heracl. 830.
- 2 νόμος ὄ. a traditional melody of very high pitch (cf. Arist. Pr. 920b20), Hdt. 1.24, Ar. Eq. 1279, etc.: pl., ὀρθίοις ἐν νόμοις A. Ag. 1153 (lyr.); also ὁ ὄρθιος alone, Ar. Ach. 16, etc., cf. Sapph. 44.32 L.-P.; μελῳδία ὄ. Plu. Mus. 2.1140f.
- b ὄρθιος, ὁ, metrical foot having an arsis of four morae and a thesis of eight morae, Aristid.Quint. 1.16, 2.15, Plu. Mus. 2.1140f (but differently defined at Bacch. Harm. 101); of a melody, written in such a rhythm, τῆς ὀρθίου μελῳδίας ibid. [edited from Supp.]
- III in military language, formed in column, opp. in line or extended front, ὀ. ποιεῖσθαι τοὺς λόχους X. Cyr. 3.2.6, cf. An. 4.8.10; προσβάλλειν ὀ. τοῖς λόχοις ib. 4.2.11; ἄγειν τοὺς λόχους ὀ. bring them up in column, ib. 4.3.17; προῆγεν [αὐτοὺς] ὀ. ἐπὶ τοὺς πολεμίους Plb. 11.23.2, cf. Polyaen. 5.16.1.
- b of stones in building, engaged lengthwise in the wall, i.e. with only the short sides showing, headers (opp. stretchers) τιθέντας τοὺς λίθους ὀρθίους ἐν γύψῳ Ph. Bel. 80.21.
- IV generally, like ὀρθός, straight, opp. crooked, φλέψ Hp. Aph. 5.68, Gal. 11.218; ἴχνος X. Cyn. 6.14, 15; τάφροι Thphr. CP 3.6.3; opp. πλάγιος, κάλαμοι Aen.Tact. 32.2: metaph., ἤθη ὄ. straight-forwardness, Plu. Sull. 1; ὄ. καὶ αὐθέκαστος Id. Cat.Ma. 6.
- V ὀρθία (sc. γωνία) a right angle, Id. Isid. 2.373f.
- 2 -ία, ἡ, latus rectum of a conic, Apollon.Perg. 1.11, al.
- 3 ὀ. διάμετρος conjugate diameter of a two-branched curve, Id. 1Def. 1, al.
- VI Ὄρθιος, epith. of Asclepius, IG 42(1).459 (Epid.).
1. recht omhoog, rechtop, steil:
2. schril, scherp, luid:
3. recht:
1) grad aufwärts, bergan ; οἶμος, Hes. O. 292, Ggstz πρηνής ; ὥστε πάντας ὀρθίας στῆσαι φόβῳ δείσαντας τρίχας, Soph. O.C. 1624, das Haar aufsträuben ; vgl. Aesch. τριχὸς δʼ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται, Spt. 546 ; ἔθειραι, Eur. Hel. 638 ; πύργος, Phoen. 1229 ; ὄρθια ἦν τὰ γέρρα, Her. 9.102 ; ὄρθιον ἰέναι steht gegenüber dem ὁμαλές, Xen. An. 4.6.12 ; πρὸς ὄρθιον ἄγειν, Cyr. 2.2.24 ; καταφέρεσθαι κατὰ τοῦ ὀρθίου, Arr. 1.1.11. – Gew. von der Stimme, gradauf tönend (oder aufregend ?), laut, hell, ἤϋσε θεὰ μέγα τε δεινόν τε ὄρθια, Il. 11.11 ; ἰάχησε, ἐβόησε ὄρθια φωνῇ, H.h. Cer. 20, 432 ; ὄρθιον ὤρυσε, φώνασε, Pind. Ol. 9.117, N. 10.76, der auch übertr. sagt ὀρθίαν ὕβριν κνωδάλων, P. 10.36 ; ὄρθια κωκύματα, Soph. Ant. 1191 ; κηρύγματα, El. 673 ; ὄρθιον δʼ ἅμα ἀντηλάλαξε ἠχώ, Aesch. Pers. 381 ; κελεύσματα, Ch. 740 ; κήρυγμα, Eur. I.A. 94 ; φθέγματα, Hel. 1591 ; bes. νόμος, eine sehr hohe, helle Weise, Tonart, Her. 1.24, Ar. Ach. 16, Eq. 1276 ; ἐπιτείνουσι τὸ φθέγμα μέχρι πρὸς τὸ ὄρθιον, Luc. Bis acc. 11.
2) in gerader Richtung fortgehend ; ἴχνος, Xen. Cyn. 6.14 ; ὄρθιον φεύγειν, 5.29. Bei Her. 4.101 steht τὰ ὄρθια, τὰ ἐς τὴν μεσόγαιαν φέροντα dem τὰ ἐπικάρσια entgegen, von der Küste aufwärts, ins Land hinein. – Ἡ ὀρθία, der rechte Winkel, Plut. Is. et Os. 56 ; übertr., ἤθη ὄρθια καὶ καθαρά, Sull. 1. – In der Kriegssprache προσβάλλειν ὀρθίοις λόχοις, Xen. An. 4.2.11, mit geraden, colonnenartig aufmarschierten Lochen, wo die Soldaten einer hinter dem anderen gehen, im Ggstz zur Phalanx, wo ein Lochos mit breiterer Front eintritt, vgl. 4.3.17 u. 4.8.10, δοκεῖ παύσαντας τὴν φάλαγγα λόχους ὀρθίους ποιῆσαι, wo die verschiedene Marsch- und Kampfweise bei beiden auseinandergesetzt ist ; ὀρθίους ποιεῖσθαι τοὺς λόχους, Cyr. 3.2.6 ; s. Ael. tact. 30 ; nach Suid. heißt überhaupt πᾶν τάγμα ὄρθιον, ὃ ἂν τὸ βάθος ἔχῃ πλέον τοῦ μήκους, im Ggstz von παράμηκες. Auch Pol. sagt so : προῆγον αὐτοὺς ὀρθίους ἐπὶ τοὺς πολεμίους, 11.23.2 ; auch προσέβαλλον τοῖς κέρασιν ὀρθίαις ταῖς Ῥωμαϊκαῖς δυνάμεσι, ib. 3.
[ὀρθός.]
In neut. pl. ὄρθια as adv., in shrill tones : ἤϋσεν Il. 11.11.
- a high-pitched ὄ]ρθιον ἰάλεμ[ον (supp. Lobel) Θρ. 5a. 2 = b. 6. n. s. pro adv., in a high voice, ὄρθιον ὤρυσαι θαρσέων O. 9.109 θερμὰ δὴ τέγγων δάκρυα στοναχαῖς ὄρθιον φώνασε N. 10.76
- b rampant γελᾷ θʼ ὁρῶν ὕβριν ὀρθίαν κνωδάλων P. 10.36
- c dub. ὀ]ρθιο[ (Πs: ὀ]λβιο[ Π.) P. Oxy. 2442, fr. 111.
- Istraight up, going upwards, steep, uphill, Hes., Eur.; ὄρθιον ἑτέραν (sc. ὁδὸν ἐπορεύοντο Thuc.; so, ὄρθιον or πρὸς ὄρθιον ἰέναι to march up-hill, Xen.; πρὸς ὄρθιον ἄγειν to lead by a steep path, Xen.:— τὰ ὄρθια the country from the coast upwards, Hdt.
- 2upright, standing, Hdt., Eur.:— esp. of hair, Trag.: of animals, rampant, Pind.
- IIof the voice, high-pitched, loud, shrill, Trag.; neut. as adv., ὄρθια ἤϋσε she cried aloud, Il.; ὄρθιον φωνεῖν Pind.
- 2νόμος ὄρθιος the orthian strain, a favourite air at Athens, Hdt., Ar.; ὄρθιος alone, Ar.
- IIIin military language, ὄρθιοι λόχοι were companies formed in column, opp. to a line of battle, Xen.
- IVgenerally, like ὀρθός, straight, Xen.; ἤθη ὄρθια straightforwardness, Plut.
-
…συγκατῄθομεν, καὶ τύμβον ὀρθόκρανον οἰκείας χθονὸς χώσαντες αὖθις πρὸς λιθόστρωτον κόρης νυμφεῖον Ἅιδου κοῖλον εἰσεβαίνομεν. φωνῆς δʼ ἄπωθεν ὀρθίων κωκυμάτων κλύει τις ἀκτέριστον ἀμφὶ παστάδα, καὶ δεσπότῃ Κρέοντι σημαίνει μολών. τῷ δʼ ἀθλίας ἄσημα περιβαίνει βοῆς ἕρποντι…
Sophocles, Antigone
-
…ἐπεί γε μέντοι λευκόπωλος ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε γαῖαν εὐφεγγὴς ἰδεῖν, πρῶτον μὲν ἠχῇ κέλαδος Ἑλλήνων πάρα μολπηδὸν ηὐφήμησεν, ὄρθιον δʼ ἅμα ἀντηλάλαξε νησιώτιδος πέτρας ἠχώ · φόβος δὲ πᾶσι βαρβάροις παρῆν γνώμης ἀποσφαλεῖσιν · οὐ γὰρ ὡς φυγῇ παιᾶνʼ…
Aeschylus, Persians
-
…τὸ πᾶν φράσω. κεῖνος γὰρ ἐλθὼν εἰς τὸ κλεινὸν Ἑλλάδος πρόσχημʼ ἀγῶνος Δελφικῶν ἄθλων χάριν, ὅτʼ ᾔσθετʼ ἀνδρὸς ὀρθίων κηρυγμάτων δρόμον προκηρύξαντος, οὗ πρώτη κρίσις, εἰσῆλθε λαμπρός, πᾶσι τοῖς ἐκεῖ σέβας · δρόμου δʼ ἰσώσας τἀφέσει…
Sophocles, Electra
-
…, πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσʼ ὑπὸ πτόλιν. θεῶν θελόντων τἂν ἀληθεύσαιμʼ ἐγώ. ἱκνεῖται λόγος διὰ στηθέων, τριχὸς δʼ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται, μεγάλα μεγαληγόρων κλυούσᾳ ἀνοσίων ἀνδρῶν. εἴθε γὰρ θεοὶ τοῦδʼ ὀλέσειαν ἐν γᾷ. ἕκτον λέγοιμʼ ἂν…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…σχισμὸς ἀμφήκει δορί. πόθεν ἐπισσύτους θεοφόρους τʼ ἔχεις ματαίους δύας, τὰ δʼ ἐπίφοβα δυσφάτῳ κλαγγᾷ μελοτυπεῖς ὁμοῦ τʼ ὀρθίοις ἐν νόμοις ; πόθεν ὅρους ἔχεις θεσπεσίας ὁδοῦ κακορρήμονας ; ἰὼ γάμοι γάμοι Πάριδος ὀλέθριοι φίλων. ἰὼ Σκαμάνδρου πάτριον…
Aeschylus, Agamemnon
-
…Πολυδέγμων ἵπποις ἀθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υἱός. ἁρπάξας δʼ ἀέκουσαν ἐπὶ χρυσέοισιν ὄχοισιν ἦγʼ ὀλοφυρομένην · ἰάχησε δʼ ἄρʼ ὄρθια φωνῇ, κεκλομένη πατέρα Κρονίδην ὕπατον καὶ ἄριστον. οὐδέ τις ἀθανάτων οὐδὲ θνητῶν ἀνθρώπων ἤκουσεν φωνῆς, οὐδʼ ἀγλαόκαρποι…
NA, Homeric Hymns
-
…νῦν δὲ κεκομίκασιν ἡμᾶς εἰς χωρίον ἐν ᾧ οὗτοι μὲν οὔτε βάλλειν οὔτε ἀκοντίζειν ὑπὲρ τῶν προτεταγμένων διὰ τὸ πρὸς ὄρθιον ἰέναι δύναιντʼ ἄν, ἡμεῖς δὲ εἰς τὸ κάταντες καὶ δόρατα ἀφιέντες καὶ ἀκόντια καὶ πέτρους ἐξιξόμεθά τε αὐτῶν καὶ…
Xenophon, Hellenica
-
…. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην, στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον, τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. καὶ τοὺς…
Herodotus, The Histories
-
…ὑπάρχων δυνάστην, αἰτιασάμενος ἐπιβουλεύειν αὐτῷ. ἐντεῦθεν ἐπειρῶντο εἰσβάλλειν εἰς τὴν Κιλικίαν · ἡ δὲ εἰσβολὴ ἦν ὁδὸς ἁμαξιτὸς ὀρθία ἰσχυρῶς καὶ ἀμήχανος εἰσελθεῖν στρατεύματι, εἴ τις ἐκώλυεν. ἐλέγετο δὲ καὶ Συέννεσις εἶναι ἐπὶ τῶν ἄκρων φυλάττων τὴν…
Xenophon, Anabasis
-
…τλημόνως ἤντλουν κακά · φίλον δʼ Ὀρέστην, τῆς ἐμῆς ψυχῆς τριβήν, ὃν ἐξέθρεψα μητρόθεν δεδεγμένη, κἀκ νυκτιπλάγκτων ὀρθίων κελευμάτων καὶ πολλὰ καὶ μοχθήρʼ ἀνωφέλητʼ ἐμοὶ τλάσῃ · τὸ μὴ φρονοῦν γὰρ ὡσπερεὶ βοτὸν τρέφειν ἀνάγκη, πῶς γὰρ…
Aeschylus, Libation Bearers