ὀρθηλός
ὀρθηλός, tall, straight
ὀρθηλός, ή, όν,
- tall, straight, κυμβία IG ΙΙ(2).145.49 (Delos, iv/iii B. C.), cf. 154B 29,161B 37, al., Str. 12.7.3:—so ὀρθηρός, BGU 781 i 15, al.(i A. D.).
ὀρθηλός, ή, όν, droit, Str. 570.
Étym. ὀρθός.
ὀρθηλός, = ὀρθός, δένδρον, Strab. 12.7.3.