ὀρθοκάρηνος
ὀρθο-κάρηνος [ᾰ], ον,
- = ὀρθοκέφαλος, v.l. in Orph. H. 19.8.
ὀρθο·κάρηνος, ος, ον [ᾰ] qui redresse la tête, Orph. H. 18, 8.
Étym. ὀ. κάρηνον.
ὀρθοκάρηνος, wie ὀρθοκέφαλος, mit aufrechtem Kopfe, Orph. H. 18.8, l.d.