ὀρθοκέρατος Save LSJ Pape ὀρθο-κέρᾱτος, ον, = sq., Apollon. Lex. and Hsch. s.v. ὀρθοκραιράων. ὀρθοκέρατος, Erkl. von ὀρθόκραιρος, Eust.