ὀρθοδίκας
ὀρθοδίκας, judging righteously
ὀρθο-δίκας [ῐ], Dor. for ὀρθοδίκης, ὁ,
- by which justice is upheld, γᾶς ὀμφαλός Pi. P. 11.9:—so ὀρθό-δῐκος, ον, Στύξ B. 10.9, cf. 13.23, and ὀρθο-δίκαιος, A. Eu. 994 (lyr.).
ὀρθο·δίκας, ου [ῐᾱ] adj. m. qui juge équitablement (propr. droitement) Pd. 11, 15.
Étym. dor. c. *ὀρθοδίκης, de ὀ. δίκη.
ὀρθοδίκας, ὁ, dor. = ὀρθοδίκης, der gerecht Richtende, γᾶς ὀμφαλός, Pind. P. 11.9.
ὀρθοδῐκας
- 1of correct judgements ὄφρα Θέμιν ἱερὰν Πυθῶνά τε καὶ ὀρθοδίκαν γᾶς ὀμφαλὸν κελαδήσετʼ P. 11.9
ὀρθοδίκας
ὀρθο-δίκας (ῐ), Doric for ὀρθοδίκης, ου, ὁ,
δίκη
- judging righteously, Pind.