ὀρθρίδιος
ὀρθρ-ίδιος [ρῐ], η, ον, poet. for ὄρθριος, AP 5.2 (Antip. Thess.).
ὀρθρίδιος, α, ον [ῐδ] c. ὄρθριος, Anth. 5, 3, 6.
ὀρθρίδιος, poet. = ὄρθριος, τί γὰρ σὴν εὐνέτιν Ἠῶ οὕτως ὀρθριδίην ἤλασας ἐκ λεχέων ; Antip.Thess. 5 (V.3).
ὀρθρίδιος
ὀρθρίδιος (ῐ), η, ον
poetic for ὄρθριος, Anth.